Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Άννα Γρίβα, Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΜΙΑΣ ΞΕΧΑΣΜΕΝΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ

Ξεκινώντας να διαβάζει κανείς τα ποιήματα του Δημήτρη Παπαδίτσα, ανακαλύπτει ένα ολόκληρο σύμπαν, έναν κόσμο όπου η σιωπή μπορεί να καταγραφεί, όπου η ζωή είναι ένα μυστήριο που ξεκλειδώνεται με ευγένεια και πνευματική ευπρέπεια, όπου η κάθε αποκάλυψη είναι ένα βύθισμα αργό, σχεδόν σαν προσευχή, στον εαυτό μας. Ο Παπαδίτσας είναι ένας ποιητής-μύστης, ένας ευπατρίδης του πνεύματος, ένας προσκυνητής της θαυμάσιας κοσμικής σιωπής. Γι’ αυτό πρέπει να μιλά κανείς για την ποίησή του, όπως αν προσπαθούσε να αποκρυπτογραφήσει μετά από αιώνες μια αρχαία μυστική διδασκαλία.
   Ο Παπαδίτσας γράφει για τον άνθρωπο με μια βαθιά κατανόηση προς τις αδυναμίες του και τις αντιφάσεις του. Αντιφάσεις που λειτουργούν σαν δύο αρμοί πάνω στους οποίους ο άνθρωπος πασχίζει να ισορροπήσει, μια μάχη ανάμεσα στην απελευθέρωση από τα δεσμά που κυριεύουν τη θνητότητα και στην επιθυμία για γκρέμισμα, παραίτηση εντός αυτών των δεσμών: το τρομακτικό δίπολο όπου θέλεις να παλέψεις το κενό και να το νικήσεις την ίδια στιγμή που μια δύναμη έλξης σε κάνει να επιθυμείς το τίποτα, να γητεύεσαι από την ομορφιά του μηδενός. Τα δύο δεν αλληλοαποκλείονται. Αντιθέτως. Η δύναμη πολλές φορές αποκτιέται μέσα στην καρτερική κατανόηση των σκοτεινών πλευρών της ζωής μας: «Άφησέ με να μαζέψω απ' τη γη τις πέτρες/ Είναι μια δύναμη στις πέτρες/Που μαγνητίζει τα χέρια όπως ο γκρεμός τη ζωή μας» («Νυχτερινά»).
   Ίσως κανένας άλλος από τους νεότερους έλληνες ποιητές δεν κατάφερε να αποδώσει αυτήν την εσωτερική πάλη σε όλη της την έκταση και τις αποχρώσεις της. Διότι η εσωτερικότητα που διέπει την ποίηση του Παπαδίτσα και η πνευματικότητά της καταφέρνει να δημιουργήσει μια υπερβατική θεώρηση του κόσμου, μια φιλοσοφία του ζην και του θνήσκειν, φέρνοντας στο φως αρμονίες και διαστάσεις πέρα από το ορατό των πραγμάτων, σε μια αιχμή της πραγματικότητας, όπου μόνο ο μυημένος φτάνει να βλέπει, μακριά από τις ψευδεπίγραφες έξεις των πολλών: «Πήρα όλα τα οστά μας/Και τα βούτηξα —ας μην το μάθουν σε παρακαλώ/Στο φεγγάρι/Αν σε ρωτήσουν να τους πεις το μυστικό/Πες τους ένα ψέμα:/Υπάρχει ένα και μοναδικό φεγγάρι/Αυτό που είναι στον ουρανό» («Το φεγγάρι»). Κάθε ποίημα μας μεταφέρει σε μια σφαίρα εμπειριών, όπου ο καθένας μόνος του πρέπει να πορευτεί και να χαράξει το σημάδι του στο άπειρο του κόσμου.
   Η περιπέτεια αρχίζει πάντα από την εξόρυξη μιας ξεχασμένης ανάμνησης, που δεν είναι τίποτε άλλο από τη χαμένη πρωταρχική ισορροπία της αθωότητάς μας.

 Το χαλινάρι της φύσης

Ο Παπαδίτσας είναι ένας ποιητής της φύσης. Κι όμως αυτό δεν σημαίνει πως περιγράφει το φυσικό τοπίο ή έστω, υπό ένα πιο ρομαντικό πρίσμα, πως κάνει τον άνθρωπο και τα συναισθήματά του να καθρεπτίζονται στη φύση. Η σχέση ανθρώπου-φύσης αποκτά ένα πολύ βαθύτερο νόημα, που ορίζεται από τις αντίρροπες δυνάμεις που το συνθέτουν.
   Από τη μία πλευρά η φύση προϋπάρχει όλων και εγκλείει μέσα στην παντοδυναμία της τον άνθρωπο, με τον τρόπο που ένα σφουγγάρι απορροφά μέσα του το νερό: «Τα κεντημένα επιφωνήματα στα χέρια μου/Εχέμυθη λιτανεία άστρων» γράφει ο Παπαδίτσας σε ένα από τα πρώτα του ποιήματα («Χορός των άστρων»), προσπαθώντας να ορίσει την ουσία του, που είναι η φωνή του ως ποιητή. Ο ύπνος είναι η θάλασσα, τα μάτια μας πουλιά του ανέμου, τα ονόματα αναπνέουν ευκαλύπτους, τα πάντα συνέχονται από την ορμητική, πλημμυρούσα παρουσία της φύσης. Ισχύει λοιπόν για τον Δ. Παπαδίτσα ό, τι έγραφε η Μαρίνα Τσβετάγιεβα για τον Πάστερνακ: «Η φύση είναι πρόσωπο που δρα. Παρουσιάζεται η φύση δίχως τον άνθρωπο, ο άνθρωπος ενυπάρχει μόνο και μόνο επειδή η φύση αποδίδεται με τα δικά του, του ανθρώπου τα λόγια. Ο ποιητής αισθάνεται τον εαυτό του δέντρο, για να βουίζει ο ανθρώπινος κορμός του με της φύσης τον τρόπο».
   Κάποιες φορές όμως δημιουργείται και μια τελείως διαφορετική εικόνα: ο άνθρωπος παλεύει να επιστρέψει στην αγκαλιά της φύσης, μεταμορφώνεται σε φύση προσπαθώντας να ταυτιστεί μαζί της: ο ποιητής διαλύεται σε πουλιά και η λέξη του γίνεται ακτίνα. Μάταιες μεταμορφώσεις, αφού η φύση έχει ορίσει την ανθρώπινη μοίρα: «Με πέταξαν οι άνεμοι σε βάραθρα κι έβγαζα τον ήχο μου/στο μαύρο τους νερό/Αρκετά κάηκε το σώμα μου καθώς το άγγιξαν οι αιφνίδιες/αλλαγές της άνοιξης» («I», Principia).
   Ή όπως θα έλεγε ο Πάουλ Τσέλαν για την ίδια παράφορη —ίσως και μάταιη, αλλά τόσο γοητευτική— υπαρξιακή πάλη, «ήταν χώμα μέσα τους, κι όμως/αυτοί έσκαβαν».

 Ο γόρδιος δεσμός της γραφής

Όταν ο δημιουργός αφήνει ένα έργο να φύγει από τα χέρια του, το καταθέτει στην αιωνιότητα. Με αυτόν τον τρόπο η ζωή του συνεχίζεται σε άλλα επίπεδα, μέσα από τους άλλους ανθρώπους και την επαφή που θα έχουν με αυτό το έργο. Από την άλλη βέβαια, η γραφή συνεπάγεται μια βίωση του θανάτου, ουσιαστικά ζει τον θάνατό του μέσα από τη γραφή, αφού κάθε ίχνος της που φεύγει από εκείνον, φεύγει με έναν τρόπο που καθιστά ανέφικτο το να την ιδιοποιηθεί ξανά. Επομένως, όταν γράφει, λειτουργεί λυτρωτικά ως προς τα όριά του και τη θνητότητά του, αλλά συγχρόνως εγκλωβίζεται, παγιδεύεται στην απόδραση που επινόησε.
   Ο Παπαδίτσας έχει απόλυτη συνείδηση αυτού του παιχνιδιού και το τοποθετεί στο κέντρο της δημιουργικής του προσπάθειας. Η ποίηση είναι μια δοκιμή ελευθερίας, αφού το γραφόμενο ανακτάται απροσμέτρητες φορές και αναζωογονεί την ύπαρξή του: «Ας δώσει το κρανίο τη λάσπη του/Το αίνιγμα των δαχτύλων είναι από άσπρο φως/Κι όλο το περιούσιο σκοτάδι έμβρυο σαλεύει/Σε απόκοσμα σπλάχνα» («IV», Principia). Την ίδια στιγμή όμως βλέπει την ποίηση σαν μία αγρυπνία στον θάνατο: η ποίηση ζει από τον θάνατο του ποιητή. Όπως θα έλεγε ο Ντεριντά, «Μαθαίνεις να ζεις, αυτό θα έπρεπε να σημαίνει ότι μαθαίνεις να πεθαίνεις... Πιστεύω σε τούτη την αλήθεια χωρίς να παραδίδομαι σ’ αυτήν... Είμαστε όλοι επιζώντες με αναστολή». Ή όπως με τρόπο λυρικό θα απαντούσε ο Παπαδίτσας «Εκείνο που συμβαίνει εντός μας/Δια της υπάρξεως μουσικά μας εγγίζει/Και μας δροσίζει, όπως σκιά/Μερικών κινούμενων φύλλων πάνω σε τάφο» («Πρόλογος», Ουσίες). Ξέρει λοιπόν ο ποιητής πως η ποίηση είναι μια εσωτερική διεργασία, η οποία μας προσεγγίζει στη δροσιά της ζωής, κι αυτή η δροσιά τίποτε άλλο δεν είναι από μια αέναη ομορφιά που στολίζει τον θάνατο.

 Η ύλη και η γλώσσα

Στην ποίηση του Παπαδίτσα η ύλη, ο υλικός κόσμος αποτελεί μια ολότητα. Αυτή η πλήρωση δίνει στην ύλη την παντοδυναμία της πάνω στον άνθρωπο. Ακόμη και η φθορά της επενεργεί σαν μια μαγική ουσία, που μας καθιστά ευάλωτους στην ομορφιά.
   Από την άλλη πλευρά το υλικό στοιχείο νοθεύεται και εκχωρείται σε παρουσίες-φάσματα, που επενεργούν στιγμιαία και χάνονται. Κι όμως αυτή η επενέργεια είναι αρκετή για να μας οδηγήσει σε μια εσωτερική ισημερία χειροπιαστού και πνευματικού, βαρύτητας και ελαφρότητας. Οι ανθρώπινες μορφές βρίσκονται πάντοτε κάπου ανάμεσα, ούτε απόλυτα υλικές ούτε εντελώς άπιαστες από τις αισθήσεις. Σαλεύουν και αισθάνονται, την ίδια στιγμή που μπορούν να πάψουν την ύπαρξή τους.
   Βρισκόμαστε μπροστά σε μια μυθολογία της πραγματικότητας που αντλεί το βάρος και το βάθος της από όλο τον πλούτο της ποιητικής παράδοσης. Κι εκεί φαίνεται η δύναμη της ποιητικής τέχνης ενός δημιουργού: όταν αφομοιώνει το προϋπάρχον δίνοντάς του νέα πνοή. Το έργο «Εις Πάτμον» είναι εμβληματικό στην ποιητική πορεία του Παπαδίτσα, όχι μόνο γιατί συνετέθη μετά από τη συγκλονιστική εμπειρία που είχε ο ποιητής στην Πάτμο, αλλά και γιατί, κατά τη γνώμη μου, συμπυκνώνει όλο τον γλωσσικό πλούτο της γλώσσας μας, από τα αρχαία κείμενα μέχρι το δημοτικό τραγούδι, αλλά και τη λόγια και θρησκευτική παράδοση. Παραθέτω ένα μόνο σημείο:

    Ἡ μικρὰ σκέψις ὡς κρῶζον πτηνὸ
    Ἐκ τοῦ ὕψους σκοπεύει τὴ σάρκα
    Τὸ ξηρὸ δέντρο
    Ἡ σκληρὴ πέτρα ποὺ ἐλαξεύθη
    Ἀπ’ τὸ ἀκαταμάχητο ὄνειρο
    Καὶ στὴν Πάτμο ἀνεστράφη ἡ καρδία
    Καὶ μαράθηκε τὸ ἄνθος τὸ πικρὸ
    Ὢ ξηρὸ δέντρο διάφανο
    Διὰ νὰ βλέπομεν ἄστρα
    Διὰ νὰ βλέπομε πίδακες κίτρων
    Καὶ εἰς κόπρον ἀλόγων
    Σπόρους δασῶν
    Διὰ νὰ βλέπομε σύννεφα
    Καὶ ρομφαῖες ψιθύρων.

Αυτή είναι η γλώσσα των λέξεων που αναβλύζουν από τους αιώνες, η γλώσσα των ρυθμών και της ιδιαίτερης μουσικότητας που από προσωδιακή έγινε ρυθμοτονική με έναν τρόπο φυσικό, σαν το πέρασμα των εποχών και την αναγέννηση της φύσης, η γλώσσα που ηχοποιεί τους θορύβους των δασών και των θαλασσών, η γλώσσα που έφτιαξε τραγωδίες για να μπορεί να στοχάζεται και να αισθάνεται στα χορικά και να δρα και να λύνει τις κατάρες στα διαλογικά μέρη, η γλώσσα που ξεκίνησε τον υπερρεαλισμό από τα χρόνια των βυζαντινών υμνογράφων, η γλώσσα που έδωσε και θα δίνει στίχους με τη λιτότητα και την πύκνωση του επιγράμματος και τη φωτιά και τις ανάσες των επών και των μύθων. Η ελληνική γλώσσα που υμνεί ο Παπαδίτσας υπηρετώντας την ευλαβικά. Άλλωστε ο ίδιος έλεγε: «Ένας ποιητής, ό, τι έχει να πει το λέει με την ποίησή του. Θα έλεγα μάλιστα ότι δεν το λέει αλλά το δείχνει. Η ποιητική γλώσσα είναι συγχρόνως νόηση, εικόνα, ψυχικός αναπαλμός, αυτόματη αντίληψη, αισθητηριακή ή αισθητική ανάπλαση του γεγονότος, παρών χρόνος διαστελλόμενος ή συστελλόμενος μέσα σε μια διάρκεια χωρίς πέρατα».
   Ο Παπαδίτσας αποδεικνύει πως η γλώσσα δεν είναι ένα μέσον για να αποδώσουμε νοήματα, αλλά είναι η ίδια περιεχόμενο και ουσία, έχει οστά και μεδούλι, φτάνει να πιστέψει κανείς στη δύναμή της και στη μαγεία της και στον πλούτο και τη σοφία που τόσο απλόχερα προσφέρει σε όσους την αγάπησαν. Κι αυτό δεν είναι ένα πράγμα εύκολο, αντιθέτως, απαιτεί μόχθο, μόχθο ζωής να συλλέγει κανείς τα δώρα της γλώσσας, όπως θα έκανε με ένα σπάνιο άνθος, αυτήν την καρτερία είχε ο Παπαδίτσας σε όλη του την ποιητική πορεία....

Το απόσπασμα προέρχεται από το δοκίμιο της Άννας Γρίβα που δημοσιεύεται στο τεύχος 28 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.  H Άννα Γρίβα είναι ποιήτρια. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Η φωνή του σκοτωμένου και Οι μέρες που ήμασταν άγριοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου