Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Γιάννης Τσιτσίμης, Αναζητώντας αυτό που χάθηκε αλλά δεν ξεχάστηκε


Κάρολος Τσίζεκ, Η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής και άλλες αφηγήσεις, εκδ. Κίχλη, 2013.

Ο Κάρολος Τσίζεκ είναι ιδιαίτερα γνωστός και αγαπητός στη Θεσσαλονίκη μέσα από τη ζωγραφική, τη μετάφραση και τη γραφιστική τέχνη. Ωστόσο εδώ μας παραδίδει και μαθήματα ξεχωριστής γραφής μέσα από αφηγήματα (ίσως θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίσουμε και με τη δυναμική του διηγήματος αυτά τα αυτοβιογραφικά στην ουσία κείμενα).
   Πρόκειται για μία συλλογή που δουλεύτηκε πριν από δέκα χρόνια περίπου και κάποια από τα κείμενά της δημοσιεύτηκαν αυτοτελή σε έντυπα (Ένεκεν, Διαγώνιος κ.ά.) για να φτάσουν στα χέρια μας συνολικά από τις εκδόσεις Κίχλη.
   Αυτό που εντυπωσιάζει τον αναγνώστη στα πεζά του Κάρολου Τσίζεκ είναι η σε μορφή κοχλία αφήγηση. Αφήνει την αφήγηση, παρεμβάλλει γεγονότα σχετικά ή μνήμες και ξαφνικά ξαναγυρνά στην αρχική του αφήγηση γεμίζοντας κυριολεκτικά τον αναγνώστη από τη χαρά της αγνής ανάγνωσης επιτέλους (μια και η χώρα μας βρίθει πλέον από βιβλία-πακέτα από συγγραφείς-φωτοκόπιες ο ένας του άλλου με τη λογική σούπερ μάρκετ: πουλάει το άνοστο, κερδίζει το φλύαρο, ενδιαφέρει το στοιχειώδες και το αδιάφορο, αρκεί να είναι εμπορικό και τηλεοπτικό συνάμα το σύνηθες 600 και βάλε σελίδων κατασκεύασμα).
   Ο Τσίζεκ είναι μια σημαντική περίπτωση μελέτης στην πνευματική σκηνή της πόλης. Τσέχος στην καταγωγή, γεννημένος στην Ιταλία (Μπρέσια) και με το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Ελλάδα (Θεσσαλονίκη) αποτελεί μια ζωντανή πολυεθνική και πολυπολιτισμική παρουσία-απόδειξη του λαμπρού παρελθόντος της Θεσσαλονίκης που για αιώνες αποτέλεσε το σταυροδρόμι λαών, εθνοτήτων, ιδεών και νεωτερισμών (ένα παρελθόν που επιμελώς φρόντισαν οι «κραταιοί κυβερνώντες» να εξαφανισθεί μέσα στο συνονθύλευμα από μπετόν και άθλιες πολυκατοικίες που περιέβαλε την πόλη ως η πιο άδική της τιμωρία).
   Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το πρώτο αφήγημα της συλλογής «η λιμνοθάλασσα της Γεωργικής Σχολής», όπου ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται μια άλλη πόλη, διαφορετική και περιστοιχισμένη από μια ύπαιθρο που πια δεν υφίσταται. Ο λόγος ευπροσήγορος, τραβηχτικός και λαϊκός συνάμα, άγει και φέρει αναμνήσεις και πράξεις, ανθρώπους και σκιές, οικίες και όνειρα, διαδρομές και ελπίδες μιας πόλης, μιας Ελλάδας θαμμένης από την κοινωνική ανέχεια, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, την   αντιπαροχή, τη μετανάστευση και τη βιασύνη για «εξευρωπαϊσμό».
   Σε ένα άλλο αφήγημα, την «Αθρησκεία», μπαίνουν πολλά ερωτήματα γύρω από το στοιχείο της θρησκευτικής πίστης που καθορίζει το άτομο στη μετέπειτα ζωή του. Να σημειώσουμε ότι ο συγγραφέας παραθέτει περισσότερο γεγονότα και λιγότερο τοποθετείται και επομένως δεν κάνει κοινωνική παρέμβαση ή «αριστερή» κριτική, στοιχείο που ίσως ξενίσει κάποιους αναγνώστες που θα ήθελαν κάτι πιο δομικά αιρετικό από ένα άνθρωπο του μεγέθους του Κ. Τσίζεκ. Να πούμε λοιπόν ότι η φόρμα του αφηγήματος —με τον εξαιρετικά γοητευτικό και παλιομοδίτικο τρόπο που απαντάται εδώ— δεν προσφέρεται για τέτοια πράγματα.
   Επίσης ενδιαφέροντα στον τρόπο γραφής είναι και τα κείμενα  «ο Θείος Τσάις» και «Βελούδινη Επανάσταση». Η σκέψη κάνει διαλείμματα που συμπληρώνονται από άλλες σκέψεις και μετά ξανά προχωρεί, χαρακτήρες απίθανοι ξεπηδάνε για να στρέψουνε αλλού τις προθέσεις του συγγραφέα που μοιάζει να ευτυχεί καθώς αφήνεται στις διαθέσεις του μολυβιού του που ευδοκιμεί το παιχνίδισμα με τον λόγο και τη μετουσίωσή του σε γραφή όλο ζωντάνια. Κάποια λογοτεχνικά μονοπάτια έχουν ξεχαστεί για χάρη της «φιλολογικής προόδου» που ευτυχώς ο Τσίζεκ την περιφρονεί και μας τα ξαναπροσφέρει και πάλι.
   Τη συλλογή συμπληρώνουν ο «Γιόζεφ Ρεσλ», το πιο δύσκολο ίσως κείμενο του βιβλίου και το «στήσιμο ξένου περίπτερου» όπου ο συγγραφέας τα λέει όλα απολαυστικά και για τους     συμπατριώτες του αλλά και για τους Θεσσαλονικείς άρχοντες της εποχής, εστιάζοντας στο γεγονός ότι ανάμεσα σε μια χούντα δυτικού τύπου (Ελλάδα) και μια κομμουνιστική δικτατορία ανατολικού τύπου (Τσεχοσλοβακία) οι διαφορές δεν είναι και τόσο μεγάλες...
   Όλο το βιβλίο περιλαμβάνει στις 221 σελίδες του 6 αφηγήματα και ένα επίμετρο σε επιμέλεια Αλέξη Ζήρα που κατατοπίζει το κοινό σε πολλά θέματα γύρω από τις επιλογές της αφήγησης του συγγραφέα. Ο τόμος από τις εκδόσεις Κίχλη είναι καλαίσθητος και θυμίζει το μικρό σχήμα παλιότερων εκδόσεων (π.χ. Εστία) που ανέδειξαν το έργο «κλασικών» συγγραφέων μας του 19ου και 20ού αιώνα καθιερώνοντας το μοντέλο του μικρού, εύκολου στη χρήση βιβλίου που σέβεται τον υποψήφιο αναγνώστη.
   Ο Κάρολος Τσίζεκ, ανασκαλεύει τον λόγο του γύρω από την αναζήτηση του χρόνου ως επαρκές στοιχείο της ίδιας της ζωής, κάνει παρεκβάσεις και παρεμβολές, ζωντανεύει τις εικόνες της Θεσσαλονίκης που αγάπησε και εξωτερικεύει τον λαϊκό λόγο στο ύφος ενός δημιουργού που γνωρίζει καλά να αφήνεται στους γοητευτικούς δρόμους της μνήμης.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 28 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου