Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Ψυχογιατροσόφια, Κώστας Δρουγαλάς, Μάκης Τσίτας, Μάρτυς μου ο Θεός, μυθιστόρημα, εκδ. Κίχλη, Αθήνα 2013.


Τον Μάκη Τσίτα (Γιαννιτσά 1971) τον γνωρίσαμε πρωτίστως ως παιδικό συγγραφέα —κυρίως για παιδιά προσχολικής ηλικίας. Το βιβλίο Μάρτυς μου ο Θεός (Κίχλη, 2013) αποτελεί την πρώτη του μυθιστορηματική απόπειρα. Πρωταγωνιστής του βιβλίου είναι ο Χρυσοβαλάντης, ένας πενηντάρης άνεργος, που εξαιτίας συσσωρευμένων προσωπικών αποτυχιών και οικονομικών δυσκολιών, μένει στο πατρικό του μαζί με τους γονείς του και τις δύο αδερφές του. Μέσα από τον μονόλογο του αφηγητή μαθαίνουμε τα πεπραγμένα της ζωής, αλλά και της οικογένειάς του: για τον απόστρατο και μέθυσο πατέρα του· για τη μάνα του, που μοιάζει με ενάρετη καλόγρια μες στο τρελό Μανχάταν· για τη μεγάλη αδερφή του, αιώνια φοιτήτρια στο διδακτορικό της, και καθημερινώς απούσα από το σχολείο στο οποίο διδάσκει ως θεολόγος· για τη μικρή του αδερφή που είναι ψυχή φιλάσθενη, για χάρη της οποίας ταξίδεψε μέχρι την Αγγλία προκειμένου να τη γιατρέψει. Μαθαίνουμε πως ο ίδιος επισκέπτεται ψυχίατρο, αλλά παράλληλα εμπιστεύεται και τα ψυχογιατροσόφια του πνευματικού του. Άλλωστε ο τίτλος του βιβλίου μόνο τυχαίος δεν είναι: ο Χρυσοβαλάντης είναι ένας ευσεβής πίστος —όπως τουλάχιστον εννοεί ο ίδιος την πίστη, και μάρτυς του ο Θεός για αυτό.
   Το μυαλό του βασανίζουν κάποιες γυναίκες του παρελθόντος, που δεν αποτέλεσαν «ερωμένες» με τη στερεοτυπική ερμηνεία του όρου· η Ευμορφία, το Μαρινάκι, η Ρωρώ και η Τατιάνα τριβελίζουν τον νου του με τις συμπεριφορές τους. Ειδικά όταν δεν αντανακλάται η ψυχική του κατάσταση στην εκάστοτε γυναίκα που ποθεί. Ο Χρυσοβαλάντης πρώτα ψάχνει τη μάνα, μετά τη φίλη, στη συνέχεια την ερωμένη, και στο τέλος το συνουσιαζόμενο θηλυκό. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που τις παλιές μέρες επισκεπτόταν τις πόρνες.
   Για να ξεγελάσει τη θλίψη και την αγωνία του ο Χρυσοβαλάντης σκαρώνει στιχάκια, που μοιάζουν αρκετά με ευφυολογήματα· πολλά από αυτά είναι πονηρά· φοβάται μην τον τιμωρήσει ο Θεός –όχι μόνον αυτόν, αλλά και τους αναγνώστες που διαβάζουν τις κολασμένες αράδες: «Γι’ αυτό κάθισε καλά/ και μην κάνεις πια τα ίδια/ μες στη νύχτα τη βουβή/ άσε με για μια στιγμή/ να σου ξύσω το γατί/ να μου πιάσεις τα απίδια». Αλλά όπως συνήθως συμβαίνει, η θλίψη και η αγωνία αλλοιώνουν σε τέτοιον βαθμό τις αξίες, που τα ευτράπελα της ζωής του πρωταγωνιστή μετατρέπονται σε καφκικά παράδοξα στο τέλος του βιβλίου. Ο εύθραυστος ψυχισμός του στο τέλος γίνεται χίλια κομμάτια· ο γυάλινος κόσμος δεν μπορεί να τον προστατέψει από την τελική πτώση. Ο διαταραγμένος ψυχισμός του Χρυσοβαλάντη ορθά αποδίδεται με την κατάργηση της συμβατικής αφήγησης: άνθρωποι και γεγονότα έρχονται και ξανάρχονται στο ταρακουνημένο του μυαλό σε μικρά κεφάλαια που εκτείνονται από μερικές σειρές έως λίγες σελίδες. Κάθε φορά ανατρέπεται κι από ένα δεδομένο, για να δημιουργηθεί και ένα καινούργιο.
   Ο Χρυσοβαλάντης είναι ένας άνθρωπος που συνθλίβεται από το βάρος των πιέσεων: προσωπικών, οικογενειακών και κοινωνικών. Η ανεργία δεν μπορεί να του λυτρώσει τα χέρια και την καθημερινότητα· ο πάλαι ποτέ βίος του στον χώρο της τυπογραφίας στο πλάι του εργοδότη του, στον οποίον μονίμως αναφέρεται ως Εξαποδώ, αποτελεί παρελθόν. Στα παραπανίσια κιλά που τον καταδιώκουν από τα μικράτα του, έρχεται να προστεθεί και ο σακχαρώδης διαβήτης: η αδυναμία του να συνευρεθεί σεξουαλικά με γυναίκα εξαιτίας της αδυναμίας εμφάνισης στύσης, τον συντρίβει. Προηγουμένως όμως φροντίζει και ο ίδιος να συνθλίψει τον κόσμο γύρω του, απλώς για να μπορέσει να επιζήσει μέσα στη λογική μερικές μέρες παραπάνω: είναι ρατσιστής· σεξιστής· μισαλλόδοξος· απογοητευμένος· υποκριτής, όταν η ζωή τον βγάζει από τα χαρτιά των αποκαλύψεων και των εκμυστηρεύσεων. Και φυσικά είναι υποστηρικτής του τρίπτυχου «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια». Προπάντων: ο Χρυσοβαλάντης είναι ανίκανος να αλλάξει τη ζωή του προς το καλύτερο, έστω και στο ελάχιστο. Η εναπόθεση της δικής του πραγματικότητας στα θεία, στο τέλος τον καταστρέφουν. Οι εμμονές του όσο κυλούν οι σελίδες τόσο δυναμώνουν. Η σύγχυση που αισθάνεται ως μέλος της κοινωνίας αυξάνεται. Το φινάλε του μυθιστορήματος είναι στεγνό από χιούμορ, κύριο γνώρισμα του βιβλίου μέχρι εκείνο τουλάχιστον το σημείο που αρχίζει και γίνεται εφιαλτικό για τον αντιήρωα πρωταγωνιστή.
   Οι μνήμες του μονίμως τραμπαλίζονται, το μυαλό του Χρυσοβαλάντη είναι ένα παλίμψηστο, στο οποίο ξύνει εικόνες και συναισθήματα καταλήγοντας πάντα στο ίδιο συμπέρασμα: είναι πάντα έτοιμος να δεχτεί τα λάθη και τα πάθη των ανθρώπων γύρω του, αλλά αδυνατεί να σηκώσει το δικό του, προσωπικό βάρος στις πλάτες.


Το κείμενο δημοσιεύεται στο τεύχος 32 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ, που κυκλοφορεί. Ο Κώστας Δρουγαλάς είναι φιλόλογος, συνεργάτης του περιοδικού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου