Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2014

Τα ερωτικά του Π. Σφυρίδη, Γιώργος Φρέρης: Περικλής Σφυρίδης, Τα Ερωτικά διηγήματα, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη 2013.


Πρόκειται για μια συγκεντρωτική έκδοση, που περιλαμβάνει 31 διηγήματα, από τέσσερις συλλογές διηγημάτων της δεκαετίας 1977-87 και μερικά διηγήματα από τις επόμενες συλλογές του, από τις έντεκα συνολικά που έχει εκδώσει μέχρι τώρα, ο γνωστός συγγραφέας και ενεργός πολίτης στα πολιτιστικά της Θεσσαλονίκης, Περικλής Σφυρίδης. Κεντρικός άξονας όλων αυτών των διηγημάτων, ο έρωτας ή μάλλον η γυναίκα, που παρουσιάζεται σε πολλές και ποικίλες εκδοχές: της μητέρας και της συζύγου, της ανύπαντρης και της διφορούμενης, της νοσηρής και της απελευθερωμένης, της τρυφερής και της κουτοπόνηρης, της αφελούς και της ιδιότροπης, κι άλλων πολλών. Φυσικά αυτή η γυναικεία παρουσίαση εμφανίζεται πάντα από την αντρική σκοπιά, ξεδιπλώνει δηλαδή μια ανασύνθεση της γυναικείας εξιστόρησης για τον έρωτα και την αγάπη, από τον άντρα που γοητεύεται από το ωραίο φύλο και το επιθυμεί.
   Μέσα από όλες αυτές τις ερωτικές αφηγήσεις, που η καθεμία αναφέρεται και σε ένα διαφορετικό περιστατικό, με άλλη ψυχοσύνθεση, σε ανόμοιο περιβάλλον, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές —αν και συχνά οι άντρες-ήρωες φέρουν το ίδιο όνομα ή ασκούν λίγο πολύ το ίδιο επάγγελμα- προβάλλεται μια ξεχωριστή πτυχή του έρωτα και της σχέσης άντρας-γυναίκας, αναδύεται μια οξυδερκής και ουσιαστική ματιά στο θέμα του έρωτα, στη μεταπολεμική εποχή της Θεσσαλονίκης, αμέσως μετά τον εμφύλιο έως τις μέρες μας. Η δράση-εξέλιξη όλων των αφηγήσεων διαδραματίζεται την εποχή της λεγόμενης «σεξουαλικής επανάστασης», όταν δηλαδή έγινε κοινωνικά αποδεκτή η ελεύθερη επιθυμία του ατόμου για ερωτισμό και αυτοδιάθεση του σώματός του. Άσχετα αν στις μέρες μας, αυτή η επιθυμία κατέληξε να δημιουργήσει το δικό της μύθο, αυτόν του ερωτικού παροξυσμού και της υπέρβασης των ορίων. Όμως στα ερωτικά διηγήματα του Π. Σφυρίδη, παρά το γεγονός ότι τα περισσότερα εξελίσσονται στη Θεσσαλονίκη, όπου δεν καταγράφονται οι διαβόητοι ερωτικοί της χώροι, όπως η Μπάρα, το Βαρδάρι, τα Λαδάδικα —τα οποία ελάχιστα αναφέρονται— ή ακόμη περιοχές, πλατείες κι ακτές που χαρακτηρίστηκαν ως «ερωτικοί χώροι» στην ιστορική μνήμη της πόλης, (όπως το ανύπαρκτο πλέον Μπέχτσιναρ, οι παραλίες του Θερμαϊκού, το Σέιχ Σου, τα λαϊκά «νυφοπάζαρα» της πόλης, οι πλατείες Λευκού Πύργου, Αριστοτέλους και Ελευθερίας κ.λπ.), διακρίνει κανείς τη διάθεσή του να ξεχωρίσει από την τάση των Θεσσαλονικέων συγγραφέων που πριν και μετά απ’ αυτόν διακατέχονται από τη γνωστή επίμονη νοσταλγία για τη γενέθλια πόλη τους. Αντίθετα, στην ερωτική πεζογραφία του Π. Σφυρίδη, η όλη δράση εντοπίζεται σε ιατρεία, σε διαμερίσματα αστικά, σε δικηγορικά γραφεία, σε κοσμικές και μη ταβέρνες, σε ξενοδοχεία, σε οικείες και γειτονιές, δηλαδή έχουμε ένα νέο αστικό περιβάλλον, αυτό που διαμορφώθηκε μετά τη δεκαετία του ’70. Κι αυτό το χαρακτηριστικό οφείλεται φυσικά στο γεγονός ότι ο Σφυρίδης επιμένει να είναι ρεαλιστής, σύγχρονος και να μην αναπολεί ή να νοσταλγεί την αλλοτινή πόλη που μεταμορφώθηκε αλλάζοντας χαρακτήρα.
   Αν και ο έρωτας έχει απασχολήσει τη λογοτεχνία από τις απαρχές της κι έχει γνωρίσει περιόδους έξαρσης αλλά και ποινικοποίησης, έχει ωστόσο διατυπωθεί με πολλούς τρόπους, ακόμη και με μη κραυγαλέο, δηλαδή χωρίς την περιγραφή της ερωτικής πράξης, κάτι που συχνά συμβαίνει με τα ερωτικά διηγήματα του Π. Σφυρίδη. Ο ερωτισμός τους είναι διάχυτος χωρίς ωστόσο να περιγράφεται η ερωτική συνεύρεση. Αναδεικνύεται από την πλοκή της όλης ιστορίας και κυρίως από την επίδραση του έρωτα ή της ερωτικής επιθυμίας στον ψυχισμό των ηρώων του, αντρών και γυναικών. Οι εραστές του Σφυρίδη διακρίνονται για το πάθος, που δημιουργείται κάτω από ορισμένες συνθήκες, με αποτέλεσμα η σχέση να μην είναι μόνον αδύνατη, αλλά και τις περισσότερες φορές να εμφανίζεται και ως αδιανόητη.
   Ωστόσο τα διηγήματα του Σφυρίδη απηχούν την κατάκτηση της σεξουαλικής ελευθερίας μιας μικροαστικής κοινωνίας, σε μια περίοδο εντελώς κομφορμιστική που ανακαλύπτει την «έκλυτη ζωή» βρίσκοντας διέξοδο στην ερωτική ηδονή, ξεπερνώντας τα προβλήματα της μονότονης καθημερινότητας. Τα θέματα και κυρίως ο αφηγηματικός λόγος των ερωτικών διηγημάτων του, επιχειρούν, πέρα από την εξιστόρηση-αφήγηση, και μια προσπάθεια βολιδοσκόπησης για το ψυχοκοινωνικό αίτημα για την εκ βαθέων ανατομή της ερωτικής επιθυμίας. Κι αυτό διαφαίνεται στο λόγο του, που τίποτα δεν ωραιοποιεί ούτε εξωραΐζει. Απλά περιγράφει λιτά με ρεαλιστικό τρόπο τη ροπή για την αναδιάταξη της συντηρητικότητας μιας κοινωνίας που αλλάζει, καθώς περνά από το παραδοσιακό μοντέλο διαβίωσης στην ελεύθερη καταναλωτική εποχή, που με τη σειρά της αλλάζει τα πάντα, με την πληθώρα των αγαθών και την απελευθέρωση ή τη χαλάρωση πολλών κοινωνικών θεσμών.
   Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να τονίσουμε ότι καθώς τα 31 διηγήματά του προέρχονται από τέσσερις διαφορετικές συλλογές της περιόδου 1977-87 και μια ενότητα από διάσπαρτα διηγήματα επόμενων συλλογών του, όταν δηλαδή στη Θεσσαλονίκη καλλιεργήθηκε μια αξιόλογη τάση για μια ρεαλιστική γραφή, με τους συγγραφείς της να καταγράφουν, με ύφος εξομολογητικό και συχνά αυτοσαρκαστικό, τις δυσάρεστες εμπειρίες ή τις ερωτικές τους αποτυχίες, ο Π. Σφυρίδης επιμένει να παρουσιάζει ρεαλιστικά τη διάψευση της ερωτικής προσδοκίας και τη σύγχυση που προκαλεί ο έρωτας στη σύγχρονη εποχή. Κι απ’ αυτήν την σκοπιά, τα διηγήματα του Σφυρίδη μας βοηθούν να κατανοήσουμε καλύτερα την πολυσημία της ανθρώπινης ερωτικής εμπειρίας —και κατ’επέκταση τον ίδιο μας τον εαυτό— διαμορφώνοντας πληρέστερη αυτογνωσία της προσωπικότητάς μας. Και το τονίζω αυτό, γιατί στις μέρες μας, υπάρχουν πολλοί τρόποι να γράφεις λογοτεχνία, όπως και να τη διαβάζεις. Μάλιστα τελευταία, ο έρωτας παρουσιάζεται ως μία επίπλαστη ανθρώπινη κατάσταση, τεχνητή, με τρόπο επιφανειακό, που αλλοιώνει την πραγματικότητα και καταδικάζει τους αναγνώστες σε μια πτωχή αναγνωστική εμπειρία, που αναπαράγει στερεότυπα που δεν διαφωτίζουν το νόημα του έρωτα, αλλά αντίθετα δημιουργούν μονοδιάστατους χαρακτήρες, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τετριμμένα προβλήματα, με τρόπο προβλέψιμο. Αντίθετα, ο Σφυρίδης επιμένει να εισδύει στη σκοτεινή πλευρά των συναισθημάτων, αρέσκεται να εξετάζει την ανθρώπινη τρωτότητα, δίνει ιδιαίτερη σημασία στην παρουσίαση της ευμετάβλητης ανθρώπινης ταυτότητας, στέκεται, όσο αυτό είναι δυνατόν, στην αναζήτηση της αλήθειας. Όλα τα «βιώματα» ή μάλλον τα περιστατικά που οι ήρωες των διηγημάτων του παρουσιάζουν είναι στοιχεία αυτογνωσίας και λιγότερο προσωπικής μνήμης. Είναι στοιχεία ψυχικής και αισθηματικής κατάστασης που απλώς ο συγγραφέας τα εκφράζει με ρεαλιστικό, με άμεσο τρόπο. Ο ερωτισμός του Σφυρίδη γίνεται πιο έντονος όσο εντονότερο εμφανίζεται το ερωτικό βίωμα.
   Λόγω των σπουδών και του επαγγέλματός του —ο Σφυρίδης σπούδασε και άσκησε το επάγγελμα του γιατρού— και ως συγγραφέας έχει μια εξεικοίωση με το σώμα, αλλά ταυτόχρονα συμμερίζεται και την αποστροφή της ενοχικής ανάδειξης της παραφοράς και του σκοτεινού περιεχομένου του έρωτα και του ερωτισμού. Γι’ αυτό το λόγο και όλα του τα διηγήματα τελειώνουν με μία «αποτυχία», κι εννοώ με μία απρόσμενη ή ακόμη και ανατρεπτική πορεία των αρχικών στόχων και επιδιώξεων, διακρίνονται για τον προβληματισμό στη συμπεριφορά των ηρώων, χαρτογραφούν ανθρώπινα αδιέξοδα και νοσηρές καταστάσεις περιγράφοντας απελπισμένες ηδονικές αναζητήσεις. Με τρόπο θαρραλέο και ταυτόχρονα διεισδυτικό, ο Σφυρίδης καταφέρνει να σκιαγραφήσει συγκλονιστικούς γυναικείους χαρακτήρες, ίσως γιατί σε όλα του τα διηγήματα, οι αφηγητές είναι άντρες που διηγούνται τις «εμπειρίες» τους. Αν και οι άντρες-αφηγητές είναι αυτοί που μας περιγράφουν τη γυναικεία συμπεριφορά, ωστόσο, όλες οι περιγραφές τους συγκλίνουν στο να αποδώσουν τη λίμπιντο από την πλευρά της γυναίκας και να εκφράσουν, με αυτόν τον τρόπο, τον αντρικό προβληματισμό για τη γυναικεία απόλαυση. Ανεξάρτητα από την κοινωνική τάξη των πρωταγωνιστών, από το γλωσσικό επίπεδο έκφρασής τους (γλώσσα σαλονιού, αργκό, φανταρίστικος διάλογος, κοφτό εκβιαστικό ύφος, ρομαντικό αναφιλητό κ.λπ.), πρόκειται για άτομα αλλοτριωμένα, που δρουν σπασμωδικά, ανικανοποίητα από τη ζωή τους. Κατά βάθος, είναι φιγούρες τραγικές που αναζητούν λίγη στοργή, μια συναισθηματική θαλπωρή, μια κατανόηση, ώστε να οριοθετήσουν καλύτερα τα πλαίσια της ύπαρξής τους.
   Στην ουσία, ο αφηγητής κάθε διηγήματος, που είναι συνήθως γιατρός, δικηγόρος ή πολιτικός μηχανικός, δηλαδή άτομο κοινωνικά καταξιωμένο, επιχειρεί να εξηγήσει το τελικό αποτέλεσμα της ερωτικής δυσφορίας σε μια σχέση, να εκθέσει το αρχικό ψυχικό ή κοινωνικό τραύμα, να διακρίνει την πρωταρχική αιτία ώστε να διαφωτιστεί η απωθημένη επιθυμία, να δώσει μια απάντηση, στον ίδιο και στον αναγνώστη, για την καταληκτική πορεία της ερωτικής περιπέτειας. Στην ουσία, όλοι οι ήρωές του εκθέτουν τις ήδη υπάρχουσες φιλοσοφικές, ψυχαναλυτικές κι επιστημονικές θεωρήσεις περί έρωτος. Και με την επιλεγμένη αυτή στάση των αντρών-αφηγητών, πιστέυω πως ο Σφυρίδης προσφέρεται, με την άκρως ρεαλιστική του γραφή, ως διαμεσολαβητής αποτύπωσης ενός μηνύματος: ότι η κοινωνία πονά, ο πολιτισμός πλήττεται, οι δημιουργοί καταφεύγουν στην τέχνη και η λογοτεχνία εμφανίζεται ως ένα ακόμη απλό ομοιοπαθητικό αναλγητικό. Ο τόνος της αφήγησης δεν είναι λυρικός, αλλά μάλλον ειρωνικός και διαπερνά τις αφηγήσεις με μια ρωμαλέα γλώσσα, η οποία με τη σειρά της επεξεργάζεται έντεχνα το συναίσθημα και το υποβάλλει σε μια στιβαρή καταγραφή που διασκεδάζει με την τελική λύση-κατάληξη της ερωτικής περιπέτειας, με τρόπο ήπιο και έντονο το συναίσθημα μιας θαλπωρής-λύπης.
   Το έργο αυτό, αν και αποτελεί ένα είδος «ανθολογίας» της ερωτικής πεζογραφικής γραφής ενός συγγραφέα που προσέφερε πολλά στη λογοτεχνία της Θεσσαλονίκης και της χώρας μας, διαβάζεται ευχάριστα, διεγείρει την φαντασία του αναγνώστη με το μοντάρισμα των σκηνών και τη συναρμολόγηση των σκέψεων, διατηρώντας το συναίσθημα εγκλωβισμένο έξω από το κειμενικό χώρο, αφήνοντας στον αναγνώστη να εξατομικεύσει τη συγκίνησή του για κάθε διήγημα. Γενικά η όλη έκδοση αποτελεί ένα ωραίο δείγμα ρεαλιστικής γραφής, γιατί κατά την άποψη του συγγραφέα «όνειρα διαψεύδονται και προσδοκίες τσακίζονται». Το όλο έργο παρουσιάζεται και αναλύεται άψογα με τον εκτενή και σε βάθος τεκμηριωμένο πρόλογο για το πόνημα του Π. Σφυρίδη από την Αναπληρώτρια Καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας του Α.Π.Θ., Σωτηρία Σταυροκοπούλου, η οποία επιμελήθηκε και την καλαίσθητη αυτήν έκδοση των εκδόσεων Ιανός.

Το κείμενο δημοσιύεται στο τεύχος 32 του περιοδικού ΕΝΕΚΕΝ που κυκλοφορεί. Ο Γιώργος Φρέρης είναι συγγραφέας, ομ. καθ. στο ΑΠΘ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου